Πέμπτη, 13 Σεπτεμβρίου 2007

Ο ασπασμός ενός ονείρου- Καταχείμωνο

"Έπεσε τ'όνειρο βαρύ στα χέρια του Χειμώνα,
τα πόδια του λυγίζουν κι εκείνα
μη μπορώντας να βαστάξουν τη βούληση και τη μανία για το ανέφικτο
μη μπορώντας να κρατήσουν το ρυθμό στ'ανελέητο κυνηγητό του
Μόνο λυγίζουν
και μόνο σέρνονται σα δυο κατάξερα, ταπεινωμένα κλωνάρια
μιας άλλοτε ένδοξης και καταπράσινης ελιάς
που την έβλεπα στον Ύπνο μου να διπλοστεφανώνει τ'όνειρο μου
και που στο ξύπνιο μου την κράταγα σιμά"

Έτσι μίλησε μέσα μου ο Μικρός Επαναστάτης
κι εγώ δανείστηκα τ'αθώα λόγια του
κι αδημονώντας προχωρώ (σ)τον ασπασμό μου.

Ω Άνοιξη γλυκόπνοη και σπιρτόζα
νοσταλγικά πώς φώλιασες μέσα μου!
Πάντοτε κράταγα μια θέση να μη λείπεις...
Να που -λοιπόν- τη βρήκες και με ακολουθείς
όπως ακριβώς εσένα το Θέρος.
Κι αν θαρρείς πως σ'αφήνω
γιατί ντύνομαι κι εγώ συχνα- πυκνά ένας μικρός χειμώνας
να μαζεύω αγκομαχώντας τα όνειρα και τη λάμψη τους
στην όψη να μη δίνεις όψη.
Εγώ θα τα διπλώνω ωσάν λινά-μεταξωτά μαντήλια
και θα νυμφεύω με εκείνα τη λιτότητα της αρχαίας φωλιάς σου

Κι όταν θα στάζει ο Χειμώνας τα δάκρυα
υγρά και στιλβωμένα στο παραθύρι ή και στον τοίχο σου ακόμα
να μη φοβάσαι'
με το στεγνό και καθόλα απέριττο δίπλωμα των μαντηλιών θα σε συνεφέρνω
μισοπνιγμένη και γαλήνια να με βλέπεις
μες στους μυώνες κάποιου ανίκητου ονείρου.
Μπορεί να φαίνομαι στιγμές συννεφιασμένη
μα καθώς λένε τα φαινόμενα απατούν...



Αθανασία Γ.

Σάββατο, 08 Σεπτεμβρίου 2007

Δόκιμος κατά το δοκούν


"Δόκιμος κατά το δοκούν στην Τέχνη της Παραίτησης
και στην Παραίτηση της Τέχνης Αρχηγός".
Μ'αυτούς τους στίχους προλογίσαμε το θάνατο αιώνων
μα και την αιώνια αμφιβολία Ποιητών.
Μ'αυτούς τους στίχους άλλοτε αγκαλιάσαμε μικρές συμφορές
και άλλοτε ξεγελάσαμε μεγάλες- κάνοντας τους πράξη
Όταν κατά το λιόγερμα κάποιες φορές
είχαμε πάρει τη θέση του ανήμπορου Ήλιου
όταν κατά το σούρουπο ψάχναμε μάτην το πάλλευκο θεριό του φεγγαριού μες στη ματιά των οδοιπόρων που τερμάτισαν
μέσα στο βλέμμα των ανθρώπων που ονειρεύτηκαν
Κι έχω ακόμα την αύρα απ'το αίμα επάνω μου
γιατί έμαθα να διαβάζω ματωμένους ερειπιώνες...
Μη μου τους κόπους λησμονάτε σύντροφοι, δεν είμαι πια παιδί!
Πέρασαν χρόνια από τότε που στα χέρια μου βαστούσα το κλειδί μιας διπλόκλειστης καστρόπορτας
που μες στις φλέβες της θησαύριζε νεφέλες και αστέρια απ'τον κόσμο ακόμα ανέγγιχτα
Πέρασαν χρόνια από τότε που τα παρθένα όνειρα μου σάλπιζαν σπουδαία παραγγέλματα
-φτιασίδια από μετάξι κι αυτά τσαλακώθηκαν.
Και δεν το κρύβω πως νοστάλγησα το σίγουρο χαμόγελο των παιδικών μου χρόνων
Και δεν το κρύβω πως ακόμα κυνηγώ μ'όπλο μου ένα δάκρυ τις κραυγελέες αδικίες να πατάξω
"Δόκιμος κατά το δοκούν στην Τέχνη του Αγώνα
και στον Αγώνα για την Τέχνη αρχηγός"...
Μ'αυτούς τους στίχους ας γραφτεί ο επιλογός μου
Σαν επιτύμβιο αρνημένου Ποιητή μες στις στοές του κόσμου...
Αθανασία Γ.